Στο Ολύμπιο Βήμα και στον Γιώργο Κορομήλη παραχώρησε συνέντευξη ο Φρέντης Μπελέρης. Ο ευρωβουλευτής αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στην ενταξιακή πορεία της Αλβανίας, στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αλλά και για το έργο του στην ευρωβουλή.
Από την φυλακή στις Βρυξέλλες: Ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που σκεφτήκατε την ημέρα που περάσατε για πρώτη φορά την πόρτα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου;
Η πρώτη φορά που πέρασα την πόρτα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ήταν στο Στρασβούργο. Είχα πάρει ειδική άδεια από τις φυλακές για να μπορέσω να συμμετέχω στην πρώτη συνεδρίαση της καινούριας κοινοβουλευτικής θητείας το 2024. Τα συναισθήματά μου ήταν ανάμικτα γιατί ήξερα πως σε μια εβδομάδα θα έπρεπε να γυρίσω στη φυλακή. Αυτό ήταν μια εξέλιξη που δεν την είχα φανταστεί. Εγώ μαζί με κάποιους συμπατριώτες μου είχαμε οργανώσει έναν αγώνα για να κερδίσουμε τον δήμο Χιμάρας με σκοπό να βοηθήσουμε τους συμπολίτες μας και να εξασφαλίσουμε τα πολιτικά και μειονοτικά τους δικαιώματα.
Όπως ξέρετε, αυτό δεν κατέστη δυνατό καθώς ο κύριος Ράμα είχε άλλη άποψη και αυθαίρετα, παραβιάζοντας κάθε έννοια του κράτους δικαίου, δεν μου επέτρεψε ποτέ να αναλάβω τα καθήκοντά μου. Πλέον, από την θέση που βρίσκομαι, μάχομαι για αυτά τα ζητήματα με μεγαλύτερο σθένος, επιμονή και πιο καθαρή ματιά.
Αν είναι ένα πράγμα που με συγκίνησε αυτό ήταν το έντονο ενδιαφέρον των συναδέλφων, τόσο των Ελλήνων όσο και των άλλων εθνοτήτων, για να μάθουν ακριβώς τι είχε συμβεί.
Πέρα από τους πολιτικούς ανταγωνισμούς, στην καθημερινότητά τους, απλοί άνθρωποι, Έλληνες και Αλβανοί στη περιοχή της Βορείου Ηπείρου, συμβιώνουν, συνεργάζονται και μοιράζονται κοινές προκλήσεις, Πώς μπορεί να ενισχυθεί η ειρηνική συνύπαρξη των δύο λαών, τι ρόλο θεωρείτε ότι παίζει η νέα γενιά σε αυτό και πως τα κατά καιρούς επεισόδια έχουν τραυματίσει τις σχέσεις μεταξύ Αθήνας και Τιράνων;
Υπάρχουν δύο βασικοί παράγοντες που συνδέουν τις δύο αυτές εθνότητες. Υπάρχουν από την μία, οι Έλληνες που ζουν στη Βόρειο Ήπειρο και από την άλλη, πολλοί Αλβανοί ζουν στην Ελλάδα μετά την δεκαετία του ’90. Αυτές οι δύο κοινότητες αποτελούν γέφυρα φιλίας μεταξύ των δύο λαών. Πρέπει επίσης, να θυμόμαστε πως μετά από τόσα χρόνια παρουσίας στην Ελλάδα έχουν αναπτυχθεί οικογενειακές σχέσεις ανάμεσα στους δύο λαούς. Για να μιλήσουμε με αριθμούς, υπάρχουν περίπου 65.000 μικτοί γάμοι οι οποίοι με την σειρά τους έχουν παράξει 130.000 παιδιά. Δηλαδή, υπάρχουν οικογένειες με έναν γονέα Αλβανό και έναν γονέα Έλληνα είτε της Βορείου Ηπείρου, είτε της Μακεδονίας είτε ακόμη και από συνοικίες της Αθήνας. Αν τώρα φανταστούμε πως ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια σύρραξη ανάμεσα στα δύο Έθνη, 130.000 παιδιά θα έπρεπε να διαλέξουν με το μέρος ποιου γονέα και ποιας χώρας θα ήθελαν να είναι.
Τους δύο λαούς μας ενώνουν πολλά και μας χωρίζουν πολύ λίγα. Και πρωταρχικό ρόλο σε αυτό παίζει η πολιτική. Η Ελλάδα από την πλευρά της έχει πρωταγωνιστήσει στην ενταξιακή πορεία της Αλβανίας στην Ευρώπη και την Δύση. Το 1991 υποδέχθηκε χιλιάδες Αλβανούς μετανάστες. Σημειώνουμε πως η Ελλάδα πότε στην ιστορία της, με εξαίρεση την Ανταλλαγή πληθυσμών μετά την Μικρασιατική Εκστρατεία, δεν αποτελούσε πόλο έλξης μεταναστών αλλά αντίθετα, εξήγαγε μετανάστες. Ήταν δύσκολο για το Ελληνικό κράτος και την Ελληνική κοινωνία να διαχειριστούν μια τέτοια κατάσταση. Ωστόσο, μακροπρόθεσμα τα κατάφερε με πολύ θετικά αποτελέσματα.
Επιπλέον, αυτό που ονομάζουμε το ταξίδι των Δυτικών Βαλκανίων προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, ξεκίνησε από την Θεσσαλονίκη. Στη σύνοδο της Θεσσαλονίκης το 2003 τέθηκαν τα θεμέλια για να ενταχθούν οι χώρες αυτές, άρα και η Αλβανία, στην ΕΕ. Το 2014, όταν η Αλβανία πήρε το status της προς ένταξη χώρας η Ελλάδα είχε την προεδρία. Το 2027, πάλι επί Ελληνικής προεδρίας, φιλοδοξούμε να κλείσει όλα τα ενταξιακά κεφάλαια. Επομένως, είμαστε συνδεδεμένοι με αδελφικούς δεσμούς. Θεωρώ πως είναι ένας λαός πολύ κοντά σε εμάς. Οφείλουμε να ξεπεράσουμε όσα μας χωρίζουν και να αντιμετωπίσουμε με νέα οπτική και πρωτοπόρο την νέα γενιά, την Αλβανία ως εταίρο στην Ευρωπαϊκή οικογένεια.
Ωστόσο, πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι. Για έναν Έλληνα που ζει στη Χιμάρα, τους Αγίους Σαράντα, στο Αργυρόκαστρο και οπουδήποτε αλλού στην Αλβανία, η ένταξη της χώρας στην ΕΕ θα είχε νόημα αν οι πολίτες που μένουν εκεί είχαν εξασφαλισμένα τα περιουσιακά τους δικαιώματα, το δικαίωμα να αυτοπροσδιορίζονται ελεύθερα όπως νιώθουν και το δικαίωμα εκμάθησης της μητρικής τους γλώσσας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Αν δεν συμβούν αυτά, θα είναι αδύνατον να επιτευχθεί η ένταξη. Και αυτό καθώς η ΕΕ, το κοινό μας σπίτι, έχει αξίες και αρχές που δεν επιτρέπεται κανένας να τις παραβιάσει. Θα ήταν λάθος να προχωρήσουμε σε ένταξη μόνο για πολιτικές σκοπιμότητες χωρίς να έχουμε πρώτα λύσει τα ζητήματα αυτά.
Κύριε Μπελέρη, ως Ευρωβουλευτής, ποια θεσμικά εργαλεία σκοπεύετε να αξιοποιήσετε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την προστασία των περιουσιακών και γλωσσικών δικαιωμάτων της Ελληνικής μειονότητας και πως το ζήτημα αυτό σχετίζεται με την ενταξιακή πορεία της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
Όσο καιρό ήμουν στη φυλακή και η αυθαιρεσία της κυβέρνησης Ράμα είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της, η Ελληνική κυβέρνηση και ο Έλληνας Πρωθυπουργός, είχε απειλήσει με βέτο την πρόταση να ανοίξουν τα ενταξιακά κεφάλαια για την Αλβανία. Μόλις τελείωσε η περιπέτειά μου και ορκίστηκα τον Οκτώβριο του 2024 οι σχέσεις των δύο χωρών έπρεπε να ανακάμψουν. Σε συνεννόηση με τον Πρωθυπουργό αποφασίσαμε όσα θα έπρεπε να εξασφαλίσουμε αν ήθελε η Αλβανία να λάβει τα ενταξιακά κεφάλαια. Θίξαμε τρία βασικά θέματα: Για αρχή τα περιουσιακά δικαιώματα. Δηλαδή, έως το 2028 να έχει γίνει ψηφιακή καταγραφή όλων των οικοπέδων και στο τέλος του 2030, ημερομηνία ορόσημο για την πλήρη ένταξη της χώρας στην ΕΕ, να είναι γνωστά όλα τα περιουσιακά στοιχεία των Αλβανών πολιτών, επομένως και των Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου. Δυστυχώς, αν και η γειτονική χώρα το υπέγραψε και δεσμεύτηκε όχι μόνο απέναντι στην Ελλάδα, αλλά σε 27 χώρες της Ένωσης, δεν βλέπουμε να γίνονται τα απαραίτητα μέτρα από την Αλβανική πλευρά. Δεύτερον, πιέσαμε ώστε να υπογράψει νόμο για τον αυτοπροσδιορισμό, ώστε να μπορούν οι Αλβανοί πολίτες οποιασδήποτε καταγωγής να δηλώνουν ανεμπόδιστα την καταγωγή τους. Τρίτον, στο θέμα της παιδείας, επιδιώξαμε την λειτουργία Ελληνικού σχολείου στη Χιμάρα.
Αυτά ήταν τα αιτήματα που θέσαμε προκειμένου να ξεπαγώσει το ζήτημα της ένταξης. Βέβαια δεν σταματάει εκεί η διαδρομή προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η χώρα μας έχει την δύναμη να ασκήσει 69 βέτο. 34 είναι τα ενταξιακά κεφάλαια και μπορεί, αν το κρίνει σκόπιμο, να ασκήσει το δικαίωμα στην αρνησικυρία στο καθένα από αυτά όταν ξεκινάνε, άλλα 34 όταν ολοκληρωθούν και άλλο ένα το τελικό βέτο στην ένταξη. Επομένως, και είναι ξεκάθαρο, η Ελλάδα έχει στα χέρια της όσα μέσα χρειάζεται για να εξασφαλίσει την προστασία της μειονότητας.
Η κυβέρνηση, το Υπουργείο Εξωτερικών και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός έχουν καταστήσει σαφές στην Αλβανική πλευρά πως δεν θα δεχθούμε εκπτώσεις στην προστασία των δικαιωμάτων της Ελληνικής Εθνικής μειονότητας όπως και η πλειοψηφία των Ελληνικών κομμάτων. Με απλά λόγια, η ελληνική πολιτεία στο σύνολό της έχει μια ξεκάθαρη πολιτική. Η μπάλα είναι στο γήπεδο της Αλβανίας και πρέπει να κάνει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, να εναρμονίσει το νομικό της πλαίσιο με αυτό της ΕΕ για να πορευτούμε όλοι μαζί σαν ομάδα.
Ωστόσο, κάθε χώρα στο εσωτερικό της είναι κυρίαρχη. Δεν έχουμε τα μέσα ώστε να επιβάλουμε δια της βίας τις μεταρρυθμίσεις. Η ΕΕ συμβουλεύει και θέτει το πλαίσιο όμως, είναι στο χέρι του κάθε κράτους να αποφασίσει τι θα πράξει. Ξέρετε, η Αλβανία και το Μαυροβούνιο ήταν δύο χώρες που προχωρούσαν παράλληλα προς την ένταξη. Τους τελευταίους μήνες, το Μαυροβούνιο, μια χώρα πολύ μικρότερη της Αλβανίας, την έχει ξεπεράσει. Υπάρχει μάλιστα πιθανότητα να γίνει πλήρες μέλος το 2027. Η Αλβανία με την στάση που διατηρεί έχει πολύ δρόμο ακόμα.
Πώς μπορεί η Μακεδονία να αξιοποιήσει την γεωγραφική της θέση και να εξελιχθεί σε κόμβο οικονομικής συνεργασίας με τα Δυτικά Βαλκάνια;
Η Μακεδονία αποτελούσε πάντα ένα σταυροδρόμι πολιτισμών. Η Θεσσαλονίκη ως πόλη είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα. Η γεωγραφία της περιοχής την ευνοεί ώστε να παίξει κυρίαρχο ρόλο. Μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας η Ελλάδα είναι από τα μεγαλύτερα κράτη στα Βαλκάνια, εντός της ΕΕ, μέσα στο ΝΑΤΟ, με μια ισχυρή οικονομία για τα δεδομένα της χερσονήσου. Φυσικά τα χρόνια της κρίσης έκαναν ζημιά και οι παρεμβάσεις μας στα Δυτικά Βαλκάνια έχουν περιοριστεί. Με τον καιρό αυτό θα αλλάξει και η Μακεδονία θα πάρει ξανά τον ρόλο που της αξίζει.
Πόσο ισχυρή είναι η φωνή της Ελλάδας στις Βρυξέλλες και σε ποιους τομείς θεωρείτε ότι χρειαζόμαστε μεγαλύτερη επιρροή;
Οποιοσδήποτε παρακολουθεί τις εξελίξεις στην Ευρωβουλή μπορεί να σας πει πως η Ελλάδα του σήμερα δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα προ δεκαετίας. Πιο εξειδικευμένα, είναι ευρέως γνωστό πως αρκετές πολιτικές που εφαρμόζει η ΕΕ ήταν αποτέλεσμα Ελληνικών πρωτοβουλιών. Για αρχή, η πολιτική για την μετανάστευση και το άσυλο. Όταν υποστηρίζαμε ότι τα Ελληνικά σύνορα αποτελούν εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης και οφείλουμε να τα προστατεύουμε, κάποιες χώρες μας κατηγορούσαν πως θέλουμε την κατάργηση του Σένγκεν. Πρωταγωνιστήσαμε επίσης, στην επιστροφή σε ασφαλείς χώρες όσων δεν δικαιούνται άσυλο. Σε θέματα κοινής εξωτερικής πολιτικής και άμυνας επί δεκαετίες φωνάζει η χώρα μας πως ως Ένωση θα έπρεπε να έχουμε κοινή εξωτερική πολιτική και άμυνα. Προβλέπεται να δαπανηθούν 800 δισεκατομμύρια για την άμυνα της Ένωσης με την πλειοψηφία των χρημάτων να κατευθύνονται προς την ανάπτυξη αμυντικής βιομηχανίας. Αυτό από μόνο του αποτελεί δικαίωση της Ελληνικής πολιτικής.
Όπως ξέρετε, η Ελλάδα αναπτύσσεται με μεγαλύτερο ρυθμό από τον μέσο όρο της ΕΕ. Όταν με την προηγούμενη κυβέρνηση υπήρχαν χώρες που ανοιχτά μας ήθελαν εκτός Ευρώπης, σήμερα ο Κυριάκος Πιερακάκης ηγείται του Eurogroup. Όλα αυτά αποτελούν μια αναγνώριση των προσπαθειών μας και φανερώνουν την θέση της Ελλάδας στην Ευρώπη.
Εκεί όπου δυστυχώς υστερούμε είναι στην οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης και στον εκσυγχρονισμό των κρατικών δομών. Φυσικά, έχουν γίνει τεράστιες προσπάθειες τον τελευταίο καιρό, αλλά το γεγονός ότι αρχίσαμε πολλά βήματα πίσω από τις υπόλοιπες χώρες της ηπείρου έχουμε ακόμα πολλά να πετύχουμε. Η Ελλάδα πρωτοπορεί στην ψηφιοποίηση του κράτους και την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών όμως, οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να κινηθούν με πιο γρήγορους ρυθμούς.
Οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αντιμετωπίζουν διαχρονικά κρίση. Βλέπετε πιθανό ένα θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο; Και αν ναι, ποια θα ήταν η αντίδραση των Ευρωπαίων εταίρων μας;
Πράγματι, σε επίπεδο ρητορικής, η Τουρκία κλιμακώνει τις εντάσεις. Αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Είναι η διαχρονική της στάση. Ως κράτος διέπεται από μια επεκτατική, αναθεωρητική πολιτική η οποία σε κάθε περίπτωση αν εντοπίσει κενά, θα προσπαθήσει να υπονομεύσει την ειρήνη στην περιοχή. Η Ελληνική πολιτεία το έχει διαπιστώσει αυτό εδώ και χρόνια και για αυτό έχουν γίνει επεμβάσεις με στόχο την αμυντική θωράκιση της Ελλάδας. Η αναβάθμιση των F-16, η αγορά των φρεγατών Belharra και των αεροσκαφών Rafale, η παραγγελία των F-35 και κυρίως, η ασπίδα του Αχιλλέα σε συνδυασμό με τις διεθνείς συμμαχίες μας (Κύπρος, Ισραήλ, Ελλάδα μαζί με την Γαλλία). Εκτός αυτών, οι σχέσεις μας με την Αμερική είναι στο αποκορύφωμά τους όπως και με την Αίγυπτο. Άρα η Ελλάδα είναι έτοιμη για κάθε ενδεχόμενο. Όσο πιο ισχυροί είμαστε, τόσο πιο αποτρεπτικές θα είναι και οι δυνάμεις μας απέναντι σε κάθε επεκτατικό γείτονα. Δυστυχώς, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί πως την τεράστια εσωτερική κρίση που αντιμετωπίζει η Τουρκία δεν θα θελήσει να την εξάγει.
Όσον αφορά την στάση της Ένωσης, ακόμα δεν λειτουργούμε ως μια κοινή οντότητα. Δεν υπάρχει ενιαίο Υπουργείο Άμυνας και ΓΕΕΘΑ. Το ότι υπάρχουν 27 Υπουργεία Άμυνας και ΓΕΕΘΑ σημαίνει ότι δεν έχουμε την ίδια στάση σε πολλά ζητήματα. Αν θέλαμε να κάνουμε κοινό σχεδιασμό της Ευρωπαϊκής άμυνας με ένα κεντρικό Υπουργείο που θα την συντονίζει θα έπρεπε να έχουμε τον ίδιο εχθρό. Αυτό στην πράξη δεν ισχύει. Ευρωπαϊκές χώρες έχουν συνάψει αμυντικές συμφωνίες με την γείτονα. Η Ισπανία και η Ιταλία για παράδειγμα, πουλάνε αυτή την στιγμή όπλα στην Τουρκία. Πώς θα τους πείσεις να πολεμήσουν εναντίον τους; Επομένως, καλοδεχούμενη κάθε βοήθεια αλλά οφείλουμε να μπορούμε να σταθούμε στα πόδια μας με τις οικείες δυνάμεις που κατέχουμε.
Κύριε Μπελέρη, οι πολίτες της Ελλάδας σας γνώρισαν μέσα από την υπόθεση της Χιμάρας. Πώς απαντάτε σε όσους αναρωτιούνται ποιο είναι το έργο σας για την Ελλάδα συνολικά, πέρα από το ζήτημα της μειονότητας;
Η δουλειά ενός Ευρωβουλευτή δεν φαίνεται πάντα όσο ξεκάθαρα όσο το έργο ενός Δημάρχου. Σε τοπικό επίπεδο για παράδειγμα, φαίνεται αν η πόλη είναι καθαρή, αν έγιναν πλατείες και ασφαλτοστρώσεις. Το έργο μας είναι νομοθετικό. Λαμβάνουμε πρωτοβουλίες που προπορεύονται των κρατών μελών και αργούν να φτάσουν στην ιδιαίτερη πατρίδα του Ευρωβουλευτή.
Στις επιτροπές που συμμετέχω όπως η Επιτροπή Περιφερειακής Ανάπτυξης, που ασχολείται με το δημογραφικό πρόβλημα και την ενίσχυση των παραμεθόριων και απομακρυσμένων περιοχών, έχω λάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, κατέθεσα τροπολογίες μαζί με συναδέλφους Έλληνες και μη. Στην Επιτροπή Αλιείας και Ωκεανών έχουμε εργαστεί σκληρά για τους ψαράδες μας. Πρόσφατα το Συμβούλιο Υπουργών μας ανακοίνωσε την ευχάριστη είδηση ανανέωσης της χρηματοδότησης για τους στόλους των νέων ψαράδων. Δυστυχώς, στην Ελλάδα υπάρχει η αντίληψη ότι η Ευρώπη είναι μακριά και όσες αποφάσεις λαμβάνονται δεν τους αγγίζουν. Στην πραγματικότητα, τα πάντα ξεκινάνε από εδώ.
Εγώ προσωπικά θέλω να αναδείξω την αξία του Ελληνισμού στηρίζοντας τους εκτός συνόρων Έλληνες. Όχι μόνο τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, αλλά τους Έλληνες σε κάθε χώρα της Ευρώπης αλλά και οπουδήποτε αλλού. Πρέπει να νιώσουν πως η πατρίδα τους δεν τους έχει ξεχάσει. Η χώρα έχει να κερδίσει πολλά από τα παιδιά της που έφυγαν στο εξωτερικό. Για εμένα θα ήταν μεγάλη επιτυχία αν αισθάνονταν πως η Ελλάδα είναι κοντά τους.
Γνωρίζετε σε βάθος τα προβλήματα δημοκρατίας και διαφάνειας που ταλαιπωρούν την Αλβανία. Ζητήματα που, όπως είναι λογικό, βασανίζουν τόσο τους Έλληνες όσο και τις άλλες εθνότητες που ζουν στη γείτονα χώρα. Θεωρείτε πως αναδεικνύοντας και αντιμετωπίζοντας τα ζητήματα αυτά σε επίπεδο Ένωσης, θα μπορέσετε να γίνετε ο προπομπός για την ένταξη της Αλβανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
Όπως ανέφερα, η Ελλάδα έχει πρωταγωνιστήσει στη προσπάθεια ένταξης των Δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ. Θα τονίσω πως αν εξασφαλιστούν τα περιουσιακά δικαιώματα των Ελλήνων καθώς και το δικαίωμα στην εκπαίδευση και στην εκμάθηση της μητρικής γλώσσας, τότε ασφαλώς και θα σταθούμε δίπλα στην Αλβανία στο ταξίδι προς την Ευρώπη. Αν δεν κατοχυρωθούν θα έχουμε στην ΕΕ ένα πρόβλημα που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσα στην Ένωση πράγμα πολύ πιο δύσκολο απ’ ό, τι εκτός.
Η Αλβανία έχει όπως είπατε, αδύναμο κράτος δικαίου. Αυτό που στο Δυτικό κόσμο ονομάζουμε διάκριση των εξουσιών δεν υφίσταται στην γείτονα. Όλες οι εξουσίες είναι συγκεντρωμένες στο πρόσωπο ενός ανθρώπου. Αυτό είναι συχνά εις βάρος και των εννέα αναγνωρισμένων μειονοτήτων που ζουν στην Αλβανία, με την μεγαλύτερη να είναι η Ελληνική. Δυστυχώς, μας αντιμετωπίζει με εχθρότητα. Μιλάμε επομένως για ένα ανελεύθερο καθεστώς. Η τελευταία έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αναδεικνύει αυτά τα ζητήματα και είμαι περήφανος που για πρώτη φορά αναγνωρίζονται σε επίπεδο Ένωσης τα προβλήματα που ταλανίζουν τους Έλληνες της Αλβανίας όπως και τις υπόλοιπες μειονότητες.
Υπάρχει κάτι που θα κάνατε διαφορετικά αν γυρνούσατε τον χρόνο πίσω;
Δεν μετανιώνω για τίποτα. Θα προτιμούσα να ήμουν δήμαρχος Χιμάρας και να πάλευα από την πρώτη γραμμή πλάι στους συμπολίτες μου. Ασφαλώς, σήμερα είμαι Ευρωβουλευτής όλων των Ελλήνων μαζί με τους υπόλοιπους συναδέλφους μου και έχω χρέος απέναντι στην πατρίδα μας και τους κατοίκους της. Αν είναι κάτι που μπορώ να πω με σιγουριά αυτό είναι πως δεν θα πάψω να αγωνίζομαι για τον Ελληνισμό.


